Greek Language/έχω

From Wikiversity
Jump to navigation Jump to search
Present Simple future Imperfect
1st person singular έχω θα έχω είχα
2nd person έχεις θα έχεις είχες
3rd person έχει θα έχει είχε
1st person plural έχουμε θα έχουμε είχαμε
2nd person έχετε θα έχετε είχατε
3rd person έχουν,  έχουνε1 θα έχουν,  θα έχουνε1 είχαν,  είχανε1
1. These alternatives are frequent in colloquial speech, but uncommon in formal situations.